Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Η στέρνα, Γιώργος Σεφέρης

 

Η στέρνα

........................

πηγή ποιήματος:  https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=3056

πηγή στίχου:  Η Άννα Φόνσου στο «Ένας κι Ένας»
...........................

o Γιώργος Σεφέρης διαβάζει;;;... Digte (Στα Αγγλικά: "Ποιήματα")  συλλογή ποιημάτων του Ερρίκου Ίψεν, που εκδόθηκε στις 3 Μαΐου 1871 (πηγή: ίντερνετ)



Στον Γιώργο Αποστολίδη
Βρέθηκα στην ανάγκη να βάλω το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα με τη μορφή μοντέλου, γιατί όχι μόνο ερχότανε να σκεπάσει την πύλη του Βισάγκρα, αλλά και ο θόλος του ανέβαινε με τρόπο που ξεπερνούσε την πόλη· κι έτσι μια που το ’βαλα σα μοντέλο και το μετακίνησα από τον τόπο του, μου φαίνεται προτιμότερο να δείξω την πρόσοψή του παρά τις άλλες του μεριές. Όσο για τη θέση του μέσα στην πόλη, φαίνεται στο χάρτη.
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ

Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρναμονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ’ αστέριαδε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα5πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδικαι παίζει με το φύσημα του ανέμου,μ’ ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλιφτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει10στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχταςπατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,με το γοργό κροτάλισμα της μοίραςπρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή15και σβήνουνται σ’ ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτιακυλούν βαλμένα σ’ ένα αυλάκι πίκρακαι της μεγάλης μέρας τα σημάδιατις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά20στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.

Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπουγια ν’ απομείνει η διψασμένη αγάπη·μαρμαρωμένο στ’ άγγιγμα του χρόνουτο άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό25κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι αγάλι.

Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπηςτα τριαντάφυλλα σκύβουν —η ψυχή μας—στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσηςτο απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης30ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα…

Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνακρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζεικάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρατη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,35πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτιαόταν βυθίσουν όλα τα πανιά40στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.

Η Άννα Φόνσου στο «Ένας κι Ένας»λίγο πριν το 18΄38΄΄



Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθοςμόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθοςκαι τόσος πόνος, στάλα στάλα μόνοςτα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο45που ζει μ’ ένα κυμάτισμα πικρό.

Σαν άνοιξε το κύμα απ’ την αγκάληνα ’τανε στην αγκάλη να τελειώσεινα ’τανε την αγάπη στ’ ακρογιάλιπριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει50το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.

Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμιπου ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπικαι χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει55το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.

Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγήβγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,σαν το νερό ζωηρό μέσα στ’ αυλάκισαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι60μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες…

Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μαςαπό τη σκέψη μας κι από την έννοια!Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μαςπου μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα65κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!

Ω! ν’ απαλύνει ξάφνω στην αφή μαςτο δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμαπου όλο πληθαίνει κι όλο μάς βαραίνει,70να βγούμε από τη γνώση κι απ’ την πείνα!

Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μαςνα βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μαςνα βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,75ρόδα ν’ ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.

Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώταστα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,ν’ αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστιαπουκάμισο που αφήσανε τα φίδια80κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυλύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,λευκή φτερούγα πάνω απ’ το κοπάδι85σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.

Το πέλαγο που σ’ έφερε σε πήρεπέρα στις λεμονιές τις ανθισμένεςτώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρεςχίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες90στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρεςν’ ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπωνστα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγεςφωτίζοντας το χώμα το τυφλό95που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.

Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνιαπάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνιαβήματα… βήματα… η αργή καμπάνα100μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει —

«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!…»Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουνσαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμαξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,105καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

.................................
.................................
.................................
.................................
.................................

Περάσανε μακριά, με τον καημό τουςζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέριαπου γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τουςτη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια110όταν σβηστούν τα μάγια και τ’ αστέρια.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγήκι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνειέτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή115μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...